Showing posts with label Ολοκαυτωμα. Show all posts
Showing posts with label Ολοκαυτωμα. Show all posts

Wednesday

Το κλάμα του μωρού που έπνιξε του έσφιγγε έκτοτε το λαιμό – Μια ανατριχιαστική μαρτυρία από τη Γενοκτονία των Ποντίων

 


Από το βιβλίο της Βέρας Αντωνιάδου-Κεσίδου «Κορίτσ’ παιδίν»

 

Θα έτον σα ’22 εθαρρώ. Το αίμαν
Πόντον ποτάμ’. Ο ελλενικόν στρατόν έφευεν, κι από πίσ’ οι τσετέδες έκαιαν κ’ εσκότωναν. Τα χωρία ευκαιρώθαν. Όσοι επέμ’ναν, εδέβασαν ατ’ς οι Τουρκάντ’ ας σο μαχαίρ’. Τα χωρία εκάπνιζαν, τιδέν κ’ εφέκαν οπίσ’. Όσοι επρόκαναν έφτασαν σην θάλασσαν και επαίραν ή παπόρια ή μαούνας και άλλ’ έρθαν σην Ελλάδαν και άλλ’ επήγαν σην Ρουσίαν.

Το χωρίον του Κούκουδα –Απόστολον έλεγαν ατον και ο κύρ’ς ατ’ μουχτάρ’ς του χωρί’ έτον– σ’ έναν νύχταν απέσ’ εσκώθαν και με τα ποχτσάδες, τα εικόνας και τα Βαγγέλια, εμπρουκές ο ποπα-Γιώρ’ς, επρόκαναν κι εσέβαν σ’ ορμάν και εγλίτωσαν τα ψήα τουν.

Σ’ έναν νύχταν απέσ’ μειζοτέρ’ και γυρευοί εγένταν έναν. Νέοι και γεροντάδες, μωρά και μωρολογίας επαίραν τη στράταν τη παρχαρί –ας σο βασιλιακόν τη στράταν έρχουσαν τσετέδες– και ας σ’ ορμάνια απέσ’ ρούζ’νε ίσα σην θάλασσαν, πέκια ευρήκ’νε παπόρ’ για την Ελλάδαν.

Πολλά ’κ’ επήαν, ακούν σο χωρίον σιμά τιφέκια. Εκρύφταν σ’ έναν σπέλιον και ο ποπα-Γιώρ’ς εποίκεν ατ’ς ισμάν’ λαχοσήν να μη εβγάλ’νε ους να απομακρύν’νε οι τσετέδες. Απόστολον έσυρεν ξερά κλαδία και ετσούπωσεν το σπέλιον. Η Σωτηρίτσα πα, η καρή ατ’, κρατεί το γουντάχ’, το μωρόν ασαραντάριγον, έναν αγουρόπον άμον τραντάφυλλον, και κάθεται απάν’ σην ποχτσάν. Τιδέν ’κι ακουσεύκουτον, μαναχόν τ’ αντιβόεμαν του ποταμί’.

Αναχάπαρα το μωρόν αρχινά την κλαίη.

Σωτηρίτσα, βάλον το μωρόν σον κόλφο σ’, λέει Απόστολον πουστουριχτά. Ακούνε οι Τουρκάντ’, όλ’ θα χάμες.

Η Σωτηρίτσα έβαλεν το μωρόν σον κόλφον ατ’ς, άμα εκείνο ξαν’ κλαίει. Πέντε ώρας, ασ’ έφυαν ας σο χωρίον, σο τσιτσίν εκράνεν ατο να μη κλαίει. Άμα ντο να βυζάν ’τ’ άχαρον; Το γάλαν ατ’ς ας σο φόβον έκοψεν, κούρταν ’κ’ εκατήβαζεν, επείνασεν κ’ ερχίνεσεν ξαν’ την κλαίη. Η Σωτηρίτσα κουνίζ’ κουνίζ’ η μαυράχαρος, εκείνο ’κί στέκ’. Τα λαλίας και τα τιφέκια σιμών’νε. Οι τσετέδες, ανήμερα θερία, ασού έκαψαν το χωρίον, εκλώσταν σ’ ορμάν μερέαν και όλον σιμών’νε.

Αν έκουαν το μωρόν, όλον το χωρίον θ’ εδέβαζαν σο μαχαίρ’. Όλ’ εκλώσταν τερούν τον ποπάν. Και ντο ν’ ευτάει ο ποπάς; Τερεί μίαν τοι χωρέτας, μίαν τον Απόστολον, τα δάκρυα τ’ τρέχ’νε, έσκωσεν το χέρ’ν ατ’ και εσταύρωσεν το μωρόν. Απόστολον εγροίξεν. Σο χέρ’ν ατ’ έτον να γλιτών’, για να χάν’ το χωρίον. Αν ενόιζαν οι Τουρκάντ’, ατόσα ψήα θ’ εχάσαν. Επαίρεν την Σωτηρίτσαν και το μωρόν κ’ εξέβεν ας σο σπέλιον.

Σωτηρίτσα, ψήκα μ’, η καρδία μ’ ματούται. Άμα καιρόν για νούνιγμαν ’κ’ έχουμε. Για οι τρείος πα θα χάμες και κόφκεται η ρίζα μουν –ατό θέλ’νε και οι Τουρκάντ’– για … έπλωσεν να παίρ’ το γουντάχ’.

Η Σωτηρίτσα σπίγγ’ το μωρόν σην εγκάλιαν ατ’ς, θέλ’ να βαρκίζ’, άμα τα λαλίας σιμών’νε. Απόστολον εγκαλιάστεν ατεν.

Γιοκ, γιοκ… Γουρπάν ισ’, σοι τσετέδων τα χέρια κανείς ζωντανός ’κι θα ρούζ’.

Επαίρεν το γουντάχ’, εκούντεσεν την Σωτηρίτσαν σο σπέλιον απέσ’ κι ατός εκρεμίεν ας σον κατέφορον σο ποτάμ’.

Μίαν ενούντσεν ν’ αφήν’ το μωρόν σην ρίζαν ενός σφενταμί’.

Τ’ άχαρον την κλαίη ’κι αφήν’. Κι αν ευρήκ’ν ατο οι Τουρκάντ’; Άπιστο θα γίνεται, έναν ημέραν θα τουρκίζ’. Τερεί σον ουρανόν… Θεέ μ’, είπεν… άμα ο Θεόν πολλά ψηλά έτον και νε έλεπεν νε έκουεν τη Ρωμανίας τα πάθια. Το μωρόν ξαν’ κλαίει. Τα λαλίας και τα τιφέκια σιμών’νε. Εμπροστά το ποτάμ’ αντιβουίζ’. Θεέ μ’, ξαν’ είπεν, αβάφτιγον πα έν’!

Εσίμωσεν σο νερόν. Τερεί το μωρόν, φωταχτερόν, άμον άγγελος. Έσκωσεν το μωρόν απάν’ ας σο νερόν.

Βαφτίζεται ο δούλος του Θεού Άγγελος, είπεν, εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος…

Μίαν, δύο, τρία φοράς και έβαλεν το γουντάχ’ σο νερόν.

Η κλαίη εστάθεν. Εσκέπασεν με το γεργανόπον τον πρόσωπον αθε να μη ελέπ’ ατο…

Θεέ μ’, σ’χώρ’ τον δούλον σου, τον αμαρτωλόν. Εσύ εθυσίασες τον Υιό Σου για τσ’ αθρώπ’ς και εγώ, αμαρτωλόν, το μωρό μ’ για το χωρίον. Καλλίον αποθαμένον, παρά ζωντανόν κι άπιστον.

Εκράτεσεν το γουντάχ’ αφκά ας σο νερόν. Το μωρόν ετσαπαλάεψεν. Ενετριχίασεν. Τα χέρια τ’ εχαλάρυναν… έρθεν το μωρόν απάν’ κέσ’ σο νερόν… κι έναν κλαίη, έναν λαλόπον… κουγ… κουγ… ’Κ’ έτον λαλόπον, γιοκ, ’κ’ έτον κλαίη, το ψηόπον εθε έτον π’ επέταξεν…

Τα ράχια ετρόμαξαν, αέρας εκόπεν, τα δεντρά έκλισαν κα τα κλαδία τουν κι η γη ενετριχίασεν. Κι ο Απόστολον, με το γουντάχ’ σην εγκάλιαν ατ’ τερεί το νερόν… Εφτάει έναν πόδαν να ρούζ’ σο νερόν, να σκοτών’ την κεντίν ατ’… άμα τα συντελέας ατ’ εκόπαν κ’ έρρουξεν απέσ’ σα καφούλια σην ποταμάκριαν.

Εκεί εύραν ατον, όντες εδέβεν ο φόβον.

Αέτς εγλίτωσεν το χωρίον και με τα πολλά έφτασαν σην θάλασσαν και έρθαν σην Ελλάδαν.

Απόστολον ημέρας και νύχτας, αποθαμένος ζωντανός. Νε έτρωεν και νε έπινεν, άμον λωλός. Διατρούς και διατρικά και ανοιχτήδες πουδέν ’κ’ εφέκαν, άμα χαΐρ’ ’κ’ είδεν. Όντες ερχίνεσεν να καλατσεύ’ κουγ… κουγ… έλεεν. Εθαρρείς η κλαίη του μωρού επέμ’νεν σην καρδίαν ατ’.

Όλ’ επόνεσαν ατον. Άμα τα χρόνια έρθαν κι εδέβαν κι ο κόσμον ενέσπαλεν το καλόν ντ’ εποίκεν ατ’ς Απόστολον. Ανασπάλ’ ολίγορα ο κόσμον… Μόνον ατός ’κ’ ενέσπαλεν. Και πώς ν’ ανασπάλ’! Τέρτ’ που ’κί λαρούται. Ακόμαν κι ατώρα, όντες πάει να καλατσεύ’: «Κουγ… κουγ…», εθαρρείς κάποιος σπίγγ’ την γούλαν ατ’ να φουρκίζ’ ατον. «Κουγ… κουγ…» άμον το ψυχομάχεμαν του μωρού, άμον την λαλίαν του κούκουδα ντο μοιρολογά τα νύχτας…

Κι αέτς εκόλτσαν ατον Κούκουδα…

Απόσπασμα από το βιβλίο της Βέρας Αντωνιάδου-Κεσίδου Κορίτσ’ παιδίν, εκδ. Κώδικας, Θεσσαλονίκη 1995.

19 ΜΑΪΟΥ ΕΠΕΤΕΙΟΣ ΤΗΣ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑΣ ΤΟΥ ΠΟΝΤΙΑΚΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ

  





Άρθρο στην εφημερίδα «Εμπρός»

 

Η Ρωμανία κι αν πέρασε ανθεί και φέρει κι άλλο!

 

Πρόκειται για μια από τις μελανότερες σελίδες στην ιστορία της αν­θρωπότητας. Με την Γενοκτονία των Ποντίων αφανίστηκε απο τις πατρογονικές του εστίες ένα ζωηρό κομμά­τι του ελληνισμού που αιώνες πά­λευε για την επιβίωσή του. Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπο­λης οι Πόντιοι, που αποτελούσαν για αιώνες κομμάτι του ελληνι­σμού, μολονότι ήταν περικυκλωμένοι από αλλόθρησκους και αλ­λοεθνείς, κατόρθωσαν να διατη­ρήσουν την εθνική τους συνείδη­ση. Κατά συνέπεια, αποτελούσαν ένα μόνιμο πρόβλημα για τους τούρκους, το οποίο εντεινόταν, δε­δομένου ότι ο ελληνικός πληθυ­σμός του Πόντου αυξανόταν όχι μόνο αριθμητικά αλλά και πνευ­ματικά και οικονομικά. Το 1919 οι Έλληνες ανέρχονταν στους 700.000, ενώ υπήρχαν σε όλον τον Πόντο πάνω από 1400 σχολεία, ανάμεσά τους και το περίφημο Φροντιστήριο της Τραπεζούντας, τυπογραφεία, λέσχες, θέατρα και κάθε τι που επιβεβαιώνει το υψηλό πνευματικό επίπεδο μιας κοινωνί­ας. Οι Έλληνες, ήταν εύρωστοι οι­κονομικά, ήταν τραπεζίτες, επιχειρηματί­ες, κτηματίες.

 

Το 1908 στην Τουρκία επικράτησε το κίνημα των Νεότουρκων με αρχηγό τον Μουσταφά Κεμάλ (μετέπειτα Ατατούρκ – πατέρας των τούρκων) και οι υπόδουλοι λαοί (Έλληνες, Αρμένιοι, Κούρδοι) πι­στεύοντας τις υποσχέσεις τους ήλπιζαν σε ισονομία και δίκαιη μεταχείριση. Δυ­στυχώς, οι ελπίδες τους διαψεύσθηκαν με τον χειρότερο τρόπο. Οι Νεότουρκοι προέβησαν σε εθνοκάθαρση κάθε δια­φορετικού ενοχλητικού στοιχείου. Κά­θαρση ιδιαίτερα από τους χριστιανούς.

 

Έτσι, τον Δεκέμβριο του 1916 ξεκίνη­σε η πρώτη φάση της Γενοκτονίας των Ποντίων, αφού είχε προηγηθεί η Γενο­κτονία των Αρμενίων. Το σχέδιο εξόντω­σης του άμαχου ελληνικού πληθυσμού του Πόντου που προέβλεπε άμεση εξολόθρευση μόνο των ανδρών από 16-60 ετών και γενική εξορία όλων των υπό­λοιπων ηλικιωμένων ανδρών και γυναικό­παιδων στα ενδότερα της Ανατολής με πρόγραμμα σφαγής και εξαφάνισης, εφαρμόστηκε χωρίς καθυστέρηση. Όμως, παρά τις κακουχίες και τις απάν­θρωπες διώξεις, οι Πόντιοι αντιστάθηκαν. Χιλιάδες ήταν οι άνδρες που αποφά­σισαν να καταφύγουν αντάρτες στα ψηλά και δυσπρόσιτα βουνά της περιοχής, προκειμένου με τα ελάχιστα μέσα που διέθεταν να αντιταχθούν στους τούρ­κους.

 

Στις 19 Μαΐου 1919 με την αποβίβαση του Κεμάλ στην Σαμψούντα, ξεκίνησε η δεύτερη και σκληρότερη φάση της πο­ντιακής Γενοκτονίας. Στην Ρω­σία είχαν επικρατήσει πλέον οι μπολσεβίκοι, οι οποίοι βοή­θησαν τους τούρκους και απο­μάκρυναν τον ρωσικό στρατό από τον Πόντο, που μέχρι τότε προστάτευε τους Έλληνες. Ο ελληνικός στρατός είχε μπει νι­κητής στην Σμύρνη, γεγονός που γιγάντωνε το μίσος των τούρκων και οδήγησε τον Κεμάλ στην οριστική του απόφαση να τελειώνει μια και καλή με τους Έλληνες. Οι κεντρικές οδηγίες ήταν σαφείς: να εξαφανιστεί με κάθε τρόπο κάθε ελληνικό ίχνος από την περιοχή του Πόντου. Οι προύχοντες και οι προσωπικότη­τες του πνεύματος, συνελήφθησαν και καταδικάστηκαν σε θάνατο από τα λεγάμενα «Δικαστήρια της Ανε­ξαρτησίας» στην Αμάσεια. Παράλλη­λα, σημειώνονταν και εξαναγκαστι­κές αποσπάσεις νεαρών κοριτσιών και αγοριών από τις οικογένειες τους, τα οποία δίνονταν στα χαρέμια των εύπο­ρων Τούρκων. Οι πόλεις και τα χωριά κάηκαν και ισοπεδώθηκαν από τους τσέτες, οι Έλληνες σφαγιάσθηκαν, ατιμά­στηκαν, εξορίστηκαν. Όσοι άνδρες συλλαμβάνονταν από τον κεμαλικό στρατό, προωθούνταν υπό απάνθρωπες και εξο­ντωτικές συνθήκες (κακοποίηση, πείνα, επιδημίες, εξευτελισμός) στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας σε μια προδιαγεγραμ­μένη πορεία προς τον θάνατο. Αδυνατεί ο ανθρώπινος νους να συλλάβει την φρί­κη. Μέχρι σήμερα οι επιστήμονες μιλού­σαν για 353.000 νεκρούς! Εκτιμάται ό­μως ότι ήταν πολύ περισσότεροι.

 

Η Γενοκτονία του ποντιακού ελληνι­σμού είναι ένα από τα πολλά εγκλήματα της Τουρκίας για το οποίο δεν έχει λογο­δοτήσει. Αυτό είναι απόλυτα φυσιολογικό από την στιγμή που η ελληνική πλευρά δείχνει μια χρόνια αδιαφορία πάνω (και) σ’ αυτό το εθνικό ζήτημα. Η ελληνική Βουλή καθυστέρησε σχεδόν 80(!) χρό­νια την αναγνώριση της γενοκτονίας και η «ελληνική» εξωτερική πολιτική, που δεν διεκδικεί ποτέ τα δίκαια της Πατρίδας μας, δεν ζητά την διεθνή αναγνώριση της γενοκτονίας του ελληνισμού της Ανατο­λής (μικρασιατικού, ποντιακού, θρακικού) μολονότι πληροί όλα τα στοιχεία μιας Γενοκτονίας, έτσι όπως αυτή ορίζεται από τον ΟΗΕ. Πρόκειται για ένα έγκλημα ενα­ντίον της ανθρωπότητας και κατά συνέ­πεια η αναγνώρισή του αφορά όχι μόνο εμάς τους Έλληνες αλλά όλη την ανθρω­πότητα.

 

Αντίθετα, οι «μοντέρνοι ειδικοί» (βλ.Ρεπούση) θέλοντας να εξαφανίσουν την ιστορική μνήμη αντιστρέφουν την αλή­θεια, πλαστογραφούν την ιστορία και εξευτελίζουν την Μνήμη των Ελλήνων της Μικράς Ασίας (συμπεριλαμβανομέ­νων των Ποντίων) εν ονόματι μιας ελλη­νοτουρκικής «φιλίας» που δεν έχει όρους και προϋποθέσεις.

 

Ωστόσο, γνωρίζουν ότι η Γενοκτονία των Ελλήνων της Μικράς Ασίας δεν ξεκί­νησε το 1916. Το απάνθρωπο αυτό φαινό­μενο της Γενοκτονίας αιώνες τώρα χαρακτηρίζει την πολιτική των εκάστοτε τουρ­κικών ή οθωμανικών κυβερνήσεων. Από την ήττα του βυζαντινού στρατού στο Ματζικέρτ το 1071 μέχρι την εισβολή των τούρκων στην Κύπρο μας το 1974, ένας ήταν και είναι ο στρατηγικός στόχος της Τουρκίας: Η εξόντωση του Ελληνισμού.

 

Εξάλλου οι υγιείς σχέσεις μεταξύ δύο χω­ρών δεν μπορούν να οικοδομηθούν πάνω στην παραχάραξη και την αποσιώπηση της αλήθειας, η ιστορική αποκατάσταση της οποίας είναι επιβεβλημένη. Οι σύγ­χρονοι πολιτικοί ταγοί όμως, είτε αδια­φορούν, είτε τιμούν τους σφαγείς των Ελ­λήνων, όπως ο Μπουτάρης που έκανε μουσείο το σπίτι του γενοκτόνου Κεμάλ.

Κοτζά Ἀναστάς -Ὁ «Κολοκοτρώνης» τοῦ Πόντου Κοτζά Ἀναστάς (Ἀναστάσιος Παπαδόπουλος)



Ὁπλαρχηγός τοῦ ποντιακοῦ ἀντάρτικου, πού συχνά τόν ὀνομάζουν «Κολοκοτρώνη τοῦ Πόντου».


Ο Αναστάσιος Παπαδόπουλος ήταν οπλαρχηγός αντάρτικων σωμάτων του δυτικού Πόντου, και έμεινε γνωστός κυρίως με το παρωνύμιο Κοτζά Αναστάς. Γεννήθηκε στο χωριό Εντίκ Πινάρ της Έρπαας, το 1896. Ήταν υψηλόσωμος και με φωνή βροντερή. Ο παππούς του, παπα-Κυριάκος, ήταν ιερέας γνωστός στην περιοχή και έξαρχος του μητροπολίτη Αμάσειας. Ο Κοτζά Αναστάς ανέβηκε στο βουνό, στο Τόπσαμ (= συγκεντρωμένα πεύκα) σε ηλικία 19 ετών. Αρχηγός των ανταρτών του Τόπσαμ ήταν τότε (1915) ο καπετάν Γιακόφ.
  • Μαζί του στο βουνό ανέβηκαν και άλλοι αντάρτες από το χωριό του, όπως ο Θεόφιλος Χατζη-Παυλίδης, ο Αναστάσιος Τεκτονίδης, ο Μιχαήλ Ιωαννίδης, ο Ιωάννης Γελαστόπουλος, ο Δημήτριος Χατζη-Παυλίδης, ο Βασίλειος Παπαδόπουλος, ο Δημήτριος Ιωαννίδης κ.ά.
φωτό
Σε μια μάχη μεταξύ ανταρτών και Τούρκων, κοντά στο Εντίκ Πινάρ, το 1916, ο καπετάν Γιακόφ σκοτώνεται και την ηγεσία των ανταρτών αναλαμβάνει ο Αναστάσιος. Η δράση του δίνει ελπίδες στους Έλληνες της περιοχής, που τον ονομάζουν Κοτζά (Μέγα) Αναστάς, ενώ οι Τούρκοι τον αποκαλούν Κοτζά Γκιαούρ. 
Εναντίον του ήρθαν πολλές φορές οι Τούρκοι, μια φορά έχοντας επικεφαλής τους τον Λίβα πασά, ο οποίος λόγω της αποτυχίας του αντικαταστάθηκε αργότερα από τον Τσαμίτ πασά. Οι αποτυχίες των Τούρκων τούς ανάγκασαν να έρθουν σε συνεννόηση με τον Κοτζά Αναστάς και, έπειτα από σχετική μεταξύ τους συμφωνία, τα γυναικόπαιδα που είχαν καταφύγει στα βουνά της περιοχής μπόρεσαν να απομακρυνθούν.

Λίγο μετά την υπογραφή της συμφωνίας ανταλλαγής των πληθυσμών, ο Κοτζά Αναστάς σκοτώθηκε στο τουρκικό χωριό Εζενούς από τσέτες της περιοχής στις 2 Δεκεμβρίου 1922. Οι δολοφόνοι έκοψαν το κεφάλι του και το κρέμασαν σ' ένα τηλεγραφόξυλο στην Τοκάτη. Προσπαθώντας να πάρει και να θάψει το σώμα του, σκοτώθηκε και ο αδελφός του Γεώργιος Παπαδόπουλος. Στην Ελλάδα ήρθαν η γυναίκα του Δέσποινα Λαζαρίδου, δύο αδελφές του και ο αδελφός του Αμβρόσιος Παπαδόπουλος.

Πηγή: Εγκυκλοπαίδεια του Ποντιακού Ελληνισμού, εκδ. Μαλλιάρης.

Ἀπό : pontos-news